Αρχική | Βιογραφικό | Κείμενα | 33 | Κρίνοι του Μίνωα | Μολύβια | 22 Εσωτερικά Μοτίβα | Ψηφιδωτά | For Japan | Βίντεο | Επικοινωνία

Στέλιος Αλεξάκης – «ψηφιακός κήπος»

Τι σημαίνει για έναν άνθρωπο να πυκνώνει τη μνήμη του σε εικόνες; Να συναρμολογεί σε αυτές  το καλό και το κακό σε ένα όλον, που επιδιώκει να απεικονίζει την πραγματική ουσία της ζωής; Και μετά απ’ όλ’ αυτά, πώς υπεισέρχεται η αφαίρεση για να μεταλλάξει την αναπαράσταση σε αποσπασματική αφήγηση, που προσδοκά να γίνει όλο και πιο ποιητική;

Του Γιάννη Κωνσταντινίδη

Για να τοποθετήσει κάποιος στη σωστή της θέση τη νέα δουλειά του Στέλιου Αλεξάκη, αρκεί να ανατρέξει στο λίγο παλαιότερο έργο του και συγκεκριμένα στη ζωγραφική του, προκειμένου να ανακαλύψει και να ακολουθήσει ένα μονοπάτι, που οδηγεί στην ανάγνωση του σημερινού έργου του. Ένα σημαντικό χαρακτηριστικό εκείνων των έργων είναι ότι η εικόνα «πυκνώνει» σε ορισμένα σημεία, σαν να ζητά από τον θεατή να κοιτάξει επισταμένα σ’ αυτά. Τα συγκεκριμένα σημεία έχουν μιαν αυστηρότερη γεωμετρία, είναι πιο φωτισμένα και μοιάζουν σαν να επιπλέουν με κάποιο τρόπο μέσα στο υπόλοιπο έργο, καθώς φαντάζουν σαν να αναδύονται στην επιφάνειά του. Στα σημεία αυτά απεικονίζονταν κυρίως κρητικά υφαντά. Αυτό λειτουργούσε αφαιρετικά για την αφηγηματική διάσταση του θέματος, καθότι τα συγκεκριμένα μοτίβα δεν παραδίδουν αρκετές πληροφορίες, για να ανασυνθέσει κάποιος την περιγραφική, – την διηγηματική-, διάσταση του έργου. Έτσι λοιπόν, καλούσαν τον θεατή να συμπληρώσει μόνος του, –με τη φαντασία του (και κατά την επιθυμία του)-, αυτό που θεωρητικά θα μπορούσε να του είχε παρασχεθεί.
«Τα κρητικά υφαντά, είναι φορείς μια παράδοσης και μιας τέχνης που κρατάει από τα βάθη των αιώνων» λέει ο Στέλιος Αλεξάκης. Άρα, αυτή η υπαινικτική αναφορά τους, στον χρόνο, και στο ότι κυλά ασταμάτητα και περνά, αφήνοντας τα αποτυπώματά του, –στη μνήμη αν μη τι άλλο-, τα κάνει να φαίνονται σαν μια αλληγορία ενός αέναου χρονομέτρη. Και συνειρμικά, μέσα απ’ αυτό, να καταλήγει κανείς σε μιαν αλληγορία της μνήμης. Γιατί κάπως έτσι είναι η μνήμη: αφενός, διαθέτει εκείνη την αυστηρότητα της δομής, -της πλέξης-, που χαρακτηρίζει και ό,τι υφαίνεται σε αργαλειό, αφετέρου, λειτουργεί ως χρονομέτρης, -μια και αδιαλείπτως καταγράφει το χρόνο-, ενώ τελικά, - και παρά την αγωνιώδη επιθυμία μας μερικές φορές-,  δεν μας «παραδίδει» όλες τις πληροφορίες που μπορεί να της ζητάμε. Έτσι, μας υποχρεώνει να τις υποκαταστήσουμε, συμπληρώνοντας τα κενά με τη φαντασία μας, ή, αναμοχλεύοντας το συναίσθημά μας.
Θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε ότι όλα εκείνα τα σημεία που συγκρατούσαν το βλέμμα στους παλιότερους πίνακες του Αλεξάκη είναι ευθείες αναφορές στη μνήμη και στη λειτουργία της. Συγχρόνως, κάθε ένας από εκείνους τους πίνακες υποβάλλει στον θεατή μιαν αφήγηση δομημένη και ξεκάθαρη. Επιπλέον, αρκετά καθοδηγητική, σε σχέση με το που αυτή θα ήθελε να καταλήξει. Ωστόσο, αυτή η «καθοδήγηση» ανακόπτεται στο σημείο-αναφορά-στη-μνήμη, το οποίο αποζητά από τον θεατή να ολοκληρώσει την αφήγηση, με το δικό του μνημονικό υλικό και να της αποδώσει ένα πλήρες νόημα.
Από τη νέα δουλειά, λείπει αυτό το στοιχείο της «καθοδήγησης». Ταυτόχρονα τα κομβικά σημεία πύκνωσης της, – η αναφορά στη μνήμη -, δεν συνιστούν «κενά πληροφόρησης», όπως συνέβαινε παλιότερα με τα υφαντά, αλλά πεδία «ελλειπτικής παροχής πληροφοριών». Ο ρόλος τους είναι εξίσου αποκαλυπτικός, όσο και κρυπτικός. Μοιάζουν με αναλαμπές της μνήμης που ξαφνικά γίνονται αντιληπτές και μετά ξανά καταδύονται σε ένα πιο θολό και ανεξιχνίαστο φόντο αναμνήσεων. Αυτό συμβαίνει, με εκείνον τον αβίαστο τρόπο, με τον οποίο γνώριμες εικόνες, ή σύμβολα, εμφανίζονται και εξαφανίζονται στα όνειρά μας, χωρίς να είμαστε πάντα σε θέση να πούμε το γιατί.
Όλα αυτά τα στοιχεία μαζί, στο μεγάλο έργο «ψηφιακός κήπος», συνθέτουν πάλι ένα αφηγηματικό περιβάλλον. Όμως, αυτή τη φορά, το συγκεκριμένο περιβάλλον είναι πολυπαραγοντικό και διασπαρμένο. Παρέχει πολλές εισόδους σε αυτό και ο θεατής καλείται να επιλέξει εκείνην που προτιμά. Έχουν δηλαδή αφαιρεθεί από τη σύνθεση τα «σύνεργα», που θα επέτρεπαν μια μονοσήμαντη ερμηνεία του έργου. Έτσι, ο θεατής στέκει ενώπιον του «χωρίς μπρατσάκια»! Επιλέγει τη «διαδρομή» ανάγνωσης που θα ακολουθήσει και εν τέλει συνθέτει τη δική του ιστορία ανάλογα με τις ταυτίσεις που αναγνωρίζει.
Το νέο αυτό στοιχείο προέκυψε από έναν πειραματισμό, που όπως λέει ο Στέλιος Αλεξάκης, του παρείχε μια αίσθηση πιο ελεύθερης κίνησης κατά τη δημιουργία τη εικόνας.
«Η δουλειά σου μοιάζει με εκείνην κάποιου που έχει διακρίνει κάτι στο σκοτάδι» του είπα, σε μια συνάντησή μας. Και τότε, γελώντας, απάντησε : «Πολύ θα το ήθελα αυτό αγαπητέ μου, αλλά το φως είναι που με ενδιαφέρει και αυτό προσπαθώ να αναπαραστήσω». Κι όταν επέμεινα ότι στο σύνολο των έργων του πολύ συχνά ανακαλύπτω κάτι το βαρύθυμο και σκοτεινό, επέμεινε κι εκείνος με τη σειρά του, λέγοντας ότι ακόμα κι όταν δείχνει μια σκληρή εικόνα, το κάνει για να αναδείξει το ξεχωριστό της φως.  Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι στη δουλειά του δίνει κάποιο προβάδισμα στα τεχνικά ζητήματα της απεικόνισης.
Αντίθετα μάλιστα, το αξιοθαύμαστο στην τέχνη του Στέλιου Αλεξάκη είναι μια ξεκάθαρη και ευσταθής ισορροπία των μορφών, με το περιεχόμενο. Ποτέ το ένα δεν προσπαθεί να λειτουργήσει εις βάρος του άλλου.
Πέραν αυτών, με τη νέα του αυτή δουλειά επανέρχεται και σε κάτι που τον δελέαζε από παλιά: την σχέση της ψηφιακής απεικόνισης, με μια παλιά τεχνική, όπως είναι το ψηφιδωτό. Και ακόμα πιο συγκεκριμένα, με τη γεφύρωση της αισθητικής της ψηφιακής ανάλυσης, με τα απολύτως φυσικά υλικά που χρησιμοποιεί η αρχαία τεχνική. Πολλές φορές οι ψηφίδες που κατασκευάζει (από μάρμαρα, - το υλικό που προτιμά-, αλλά και σμάλτα και κεραμικά) είναι επιμελώς τετραγωνισμένες. Άλλες φορές μεταξύ τους μπορεί να παρεμβάλλονται κάποια βιομηχανικά πλακάκια, με στόχο πάντα η σύνθεση να παραπέμπει, με ένα τρόπο, σ’ αυτό που έχουμε στο μυαλό μας, ως ψηφιακή εικόνα.. Το αποτέλεσμα είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον, γιατί από τη μία υπάρχει αυτή η τυπική όψη ενός ψηφιδωτού, που φτιάχνεται με πετρώματα όπως τα παρέχει η φύση, και διαθέτουν την ξεχωριστή εκείνη διαύγεια του φυσικού υλικού και ποικιλία αντανακλάσεων ανάλογα με τη γωνία με την οποία το φως αγγίζει τις ψηφίδες, κι από την άλλη, αυτές έχουν μιαν απρόσμενη, -έως και παράδοξη-, συμμετρία στο σχήμα τους που τις κάνει να φαντάζουν σαν πίξελ.
Άλλο ενδιαφέρον στοιχείο είναι η επανάληψη ορισμένων μοτίβων. Για παράδειγμα ο κρητικός κρίνος,  – το αυτοφυές λουλούδι που συναντά κανείς στις παραλίες και τα λιβάδια του νησιού και που θεωρείται ότι στόλιζε το μινωικό στέμμα του πρίγκιπα της Κνωσού. Εμφανίζεται ως σύμβολο μιας πανάρχαιας αγνότητας, που η δύναμη της εκτείνεται πέρα από τα όρια της θρησκευτικής (χριστιανικής) συμπαραδήλωσης που γενικά αποδίδουμε στον κρίνο. Σαν να πρόκειται για μιαν αγνότητα που αφορά καθολικά το ανθρώπινο Είναι και εξακολουθεί να έρχεται προς εμάς άφθαρτη, έχοντας διανύσει όλες τις εποχές της ύπαρξης.
Επίσης, οι γυναικείες φιγούρες μοιάζουν να διακατέχονται από μιαν άλλου είδους λύπη, σε σχέση με τις ανδρικές. Για την ακρίβεια, φαίνονται σαν να βιώνουν κάθε άλλο συναίσθημα πάνω σε ένα βαθύτερο υπόβαθρο λύπης. Αυτό γίνεται πιο ευδιάκριτο στις φιγούρες που χαμογελούν. Παρατηρώντας τες κανείς, γρήγορα ανακαλύπτει ότι το γέλιο τους δεν εκφράζει «αμόλυντη» χαρά, αλλά μια σίγουρη χαρμολύπη.  Και αυτό επαναφέρει το ζήτημα των ισορροπιών, -την αέναη συνύπαρξη του καλού με το κακό, με δυο λέξεις: την αλήθεια της ζωής.

Πρόσκληση

Κλωσσάρτ
Web Invitation

Επιστροφή στις μικρές μνήμες

Θυμάμαι το περσινό Γενάρη τη πρώτη εικόνα του έργου του Στέλιου Αλεξάκη που με έκανε να δω προσεκτικά τη ζωγραφική του. Ήταν ένα εσωτερικό που το κυρίαρχο μέρος της σύνθεσης ήταν ένας  παλιός ξύλινος καναπές. Παρατήρησα τα καθαρά χρώματα και το σχέδιο  αλλά  και την ήρεμη χωρίς κορύφωση  σύνθεση.

Είδα επίσης την ''μολυβιά'' μια καταγραφή -πραγματεία- πορτραίτων από μολύβι και κάρβουνο για την έκθεσή του στο Λονδίνο. Ο  Αλεξάκης ζωγραφίζει τις μνήμες του με χρώματα  λαδιού ελαφρά σε όγκο που σε κάποια σημεία φτάνουν την διαφάνεια της ακουαρέλλας, δίνοντας έτσι στο έργο του μια διάθεση ανάτασης. Μικρά  εσωτερικά και κάποιες  καταστάσεις  μεταξύ ανθρώπων βρίσκονται σε αυτό το νέο κύκλο έργων του σε μικρά και μεγάλα μεγέθη.

Υφάσματα με αλλεπάλληλες χρωματικές ενώσεις, κύκλους από χρώμα και νύξεις από διάφανα λευκά που ηρεμούν και ενώνουν πολλές φορές την σύνθεση. Μέσα από αυτές τις  δικές του  μνήμες τονίζει την αγάπη του για την απλότητα των ανθρώπων της Κρήτης που θυμάται, του τόπου καταγωγής του. Χωρίς να γίνεται περιγραφικός ανάγει συχνά σε σύμβολα οικεία αντικείμενα  καθημερινής  χρήσης. Ρούχα και υφάσματα με την απουσία ανθρώπων έχοντας σκοπό να δώσει στον παρατηρητή του την πρωταρχική αίσθηση της αιτίας του έργου.

Αλλά και οι άνθρωποι στα έργα του μας είναι οικείοι γιατί τους αγαπά, συνήθως  βρίσκονται  σε αυτά  σαν σε διάλογο με ένα φωτογραφικό στιγμιότυπο που είναι το βλέμμα του ζωγράφου Αλεξάκη. Δεν διστάζει να δείξει και σε αυτή την ενότητα έργων και τον εαυτό του γυμνό σαν άλλο Νάρκισσο να προτείνει εικόνα στην εικόνα.

Έχει μια παιδικότητα που του επιτρέπει να ονειρεύεται μικρά καράβια να ταξιδεύουν σε θάλασσες από πάνινες ρίγες, πεταλούδες να πλαισιώνουν ένα μοντέλο σε κλειστό χώρο και ζώα να αναδύονται απο το γυμνό πάτωμα του σπιτιού του. Όλα  αυτά τα καταγράφει απλά με σεμνότητα  στο χρώμα  και οικονομία  στην σύνθεση χωρίς ''βιρτουόζικες" εντάσεις λες κι όλα αυτά ήταν εκεί και πριν   και  κανείς δεν τα  είχε παρατηρήσει έτσι ο ζωγράφος Αλεξάκης με απλότητα μας προτείνει μια επιστροφή στις μικρές του μνήμες σαν ένα ταξίδι επιστροφής για τον καθένα από μας στις δικές του μικρές καθημερινές μνήμες

Ν. Μιχαλιτσιάνος
Παρασκευή 15  Γενάρη

Copyright © Στέλιος Αλεξάκης 2008 -2012